Μάνα, μανούλα, μαμά, μαμάκα, mom, mommy, mum, mother……

Κάθε δεύτερη Κυριακή του Μαΐου γιορτάζουμε την γιορτή της μητέρας και, παρόλο που είναι μια γιορτή με τεράστια εμπορική διάσταση τα τελευταία χρόνια, δεν πρέπει να ξεχνάμε την ουσία της γιορτής. Η γιορτή αυτή, που μιλάει για την αγάπη της μάνας προς τα παιδιά αλλά και από τα παιδιά προς την μάνα, εορτάζεται καθημερινά.

Όταν ένα κορίτσι γίνεται μάνα είναι ευλογία, όπως είναι και ευλογία οι πρώτες στιγμές που συνειδητοποιεί μια νέα μητέρα πως, όλα όσα της έλεγε η μητέρα της μικρή για να την μεγαλώσει, βγαίνουν αληθινά. Το έχουμε βιώσει όλες οι νέες μητέρες αλλά εγώ σας παραθέτω μια συγκινητική ιστορία για την αγάπη μιας μητέρας. Θυμάμαι και η δική μου μητέρα, που ήταν δασκάλα, πόσες ιστορίες μου έλεγε για την αγάπη της μάνας…… Σε ευχαριστώ για όλα μαμά…….

            Κάποτε σε μια φτωχική γειτονιά, ζούσε μια μητέρα με το μικρό μονάκριβο παιδί της. Ένα μικρό αγόρι μόλις τεσσάρων ετών. Ο  μικρός όμως είχε πρόβλημα με την εικόνα της μητέρας του! Ντρεπόταν πολύ για την όψη της μητέρας του κι ώρες-ώρες την μισούσε, επειδή εκείνη είχε ένα μάτι κι εκείνος την έβλεπε σαν τέρας!

Κάθε φορά που κυκλοφορούσε με την μητέρα του μαζί ένιωθε πολύ άβολα. Δεν ήθελε να τον βλέπει ο κόσμος μαζί της.

Μια μέρα, όταν ακόμη πήγαινε στο δημοτικό, εκείνη πέρασε το διάλειμμα να του πει ένα «γεια» κι’ εκείνος ένιωσε πολύ ταπεινωμένος! Πώς μπόρεσε να του φερθεί έτσι, αναρωτιόταν. Την αγνόησε. Της έριξε μόνο ένα βλέμμα όλο μίσος κι έτρεξε μακριά! Την επόμενη ημέρα ένας από τους συμμαθητές του φώναξε: «Ρε σύ, η μάνα σου έχει μόνο ένα μάτι… σαν Κύκλωπας!». Ήθελε να πεθάνει! Ήθελε να εξαφανιστεί! Κι’ όταν γύρισε σπίτι του, της είπε: «Αν είναι όλοι να γελάνε μαζί μου εξαιτίας σου, τότε καλύτερα να πεθάνεις!».

Η μητέρα του σιώπησε και δεν του απάντησε.

Όταν χρειαζόταν να πάει εκείνη στο σχολείο το παιδί εξαφανίζονταν. Να μην την συναντήσει. Να μην τον δουν οι συμμαθητές του μαζί της. Επειδή όλοι θα τον κορόιδευαν. «Η μονόφθαλμη, ο Κύκλωπας» θα του έλεγαν.

Βλέπεις η μητέρα του είχε μόνο ένα μάτι. Η θέση του άλλου ματιού ήταν πάντα κλειστή.
Σαν τάφος.

«Σου έχω πει να μην έρχεσαι στο σχολείο! Τι δεν καταλαβαίνεις;» της έλεγε κάθε φορά και κλεινόταν στο δωμάτιο του χτυπώντας πίσω του την πόρτα.

Ένα πρωινό καθώς ο μικρός πήγε στη κουζίνα για το πρωινό του, είδε την μητέρα του να κλαίει ήσυχα. Σαν απαλή βροχούλα.

Δίχως να της μιλήσει τότε βγήκε απ’ τη κουζίνα. Επέστρεψε στο δωμάτιο του κι εκεί υποσχέθηκε στον εαυτό του να γίνει μεγάλος, επιτυχημένος και να ξεφύγει απ’ τη μονόφθαλμη μάνα του και τη μεγάλη φτώχεια τους.

Χωρίς να υπάρχει εναλλακτική λύση, αναγκαστικά μεγάλωνε μαζί της, αλλά ποτέ δεν την δέχτηκε και δεν της επέτρεπε να πάει στο σχολείο να ρωτήσει γι’ αυτόν. Ούτε και την παρουσίαζε στους φίλους του, γιατί ντρεπόταν πολύ με την αναπηρία της μητέρας του.

«Δεν μ’ ένοιαζε τι έλεγα ή τι αισθάνονταν εκείνη, γιατί ήμουν πολύ νευριασμένος», έλεγε πολλά χρόνια μετά σ’ ένα φίλο του. «Ήθελα να φύγω από εκείνο το σπίτι και να μην έχω καμία σχέση μαζί της. Διάβασα πάρα πολύ και σκληρά με σκοπό να φύγω μια μέρα μακριά της για σπουδές. Και τα κατάφερα. Μα λίγο μετά ήρθε κι’ έπιασε αυτή τη δουλειά στη φοιτητική λέσχη. Δεν μπορούσε να πάει κάπου αλλού;»

Η μητέρα του είχε πιάσει δουλειά σαν μαγείρισσα στη φοιτητική λέσχη, της σχολής που σπούδαζε. Μαγείρευε για τους φοιτητές για να βγάζει τα έξοδά τους.

Το παιδί δεν ήθελε να του μιλάει, για να μην μαθαίνουν ότι είναι το παιδί μιας μητέρας με ένα μάτι, μιας μονόφθαλμης.

Οι φοιτήτριες έφευγαν γρήγορα, όποτε την έβλεπαν να βγαίνει απ’ την κουζίνα κι’ έλεγαν πως δεν άντεχαν το θέαμα και πως τους προκαλούσε μια ανυπόφορη ανατριχίλα.

Τα χρόνια όμως πέρναγαν, το παιδί τελείωσε τις σπουδές του, και κανείς δεν είχε γνωρίσει τη μητέρα του, γιατί την είχε καλά κρυμμένη.

Το παιδί  εργάστηκε σκληρά. Μετακόμισε σε άλλη πόλη. Έγινε πετυχημένο στέλεχος μιας μεγάλης εταιρείας και ήρθε η ώρα που ο νεαρός αυτός γνώρισε την σύντροφο της ζωής του και έκανε οικογένεια και παιδιά.

Τώρα ζει σ’ ένα σπίτι που δεν του θυμίζει καθόλου εκείνο της μητέρας του, αλλά ουδέποτε τους ανάφερε για εκείνη.

Το μόνο που τους είχε πει, είναι ότι δεν έχει μητέρα…

Για όλα αυτά δεν είπε τίποτε στην μητέρα του.

Και για τη μάνα του, λοιπόν, τσιμουδιά σε κανέναν!

Αυτός όμως πήγαινε πότε-πότε κρυφά και την έβλεπε στην φτωχική της παράγκα.

Κάποτε, όμως, έκανε καιρό να πάει να την δει κι η υπέρμετρη αγάπη της μάνας, για το μονάκριβο παιδί της, την έκανε να εντοπίσει πού βρισκόταν το παιδί της. Έφτασε μέχρι την πόρτα του σπιτιού του και στη συνέχεια με φόβο κτύπησε το κουδούνι.

Τότε η υπηρέτρια άνοιξε την πόρτα και τα παιδιά που ήταν εκεί, αντίκρισαν μια ζητιάνα γυναίκα με το ένα μάτι κι απ’ το φόβο τους άρχισαν να φωνάζουν και να κλαίνε.

Δεν είχαν ξαναδεί ποτέ τους τέτοια «άγρια» όψη και φυσικά η στάση τους ήταν δικαιολογημένη.

Σαν στοργικός πατέρας εκείνος έτρεξε να δει τι συμβαίνει κι’ όταν την είδε άρχισε να φωνάζει έξαλλος:

– «Τι γυρεύεις εδώ; Δεν σου είπα να μην έρθεις ποτέ στο σπίτι μου; Δεν θέλω να σε δουν τα παιδιά μου, η γυναίκα μου, ούτε κι ο κοινωνικός μου περίγυρος! Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ! Τ’ ακούς;»

– «Συγγνώμη κύριε, μάλλον έκανα λάθος στο σπίτι» του είπε εκείνη κι εξαφανίστηκε, χωρίς να καταλάβουν τα μικρά, πως ήταν η γιαγιά τους.

Η πικραμένη μάνα, σιωπηλή και με ανάμεικτα συναισθήματα, χαράς, που ξανάδε το παιδί της και λύπης για την όλη συμπεριφορά του, πήρε τον δρόμο της επιστροφής.

Πέρασαν χρόνια και μια μέρα ο γιός έλαβε μια επιστολή-πρόσκληση για τη σχολική συγκέντρωση της τάξης του απ’ το σχολείο του, που θα γινόταν στην πόλη που γεννήθηκε!

Είπε ψέματα στη γυναίκα του, ότι τάχα θα έκανε ένα επαγγελματικό ταξίδι και πήγε.

Όταν τελείωσε η συγκέντρωση των συμμαθητών, πήγε στο σπίτι που μεγάλωσε, μόνο και μόνο από περιέργεια.

Πλησίασε και χτύπησε την ερειπωμένη πόρτα, αλλά απόκριση δεν πήρε κι εκεί που ετοιμαζόταν να φύγει, άκουσε μια φωνή απ’ τον διπλανό φτωχόσπιτο να του λέει:

– Γυρεύετε κάτι κύριε;
– Ε, ναι, την μάνα μου θέλω.
– Λυπάμαι πολύ λεβέντη μου, αλλά η μάνα σου, έφυγε απ’ αυτή ζωή πριν λίγο καιρό, όμως μου έδωσε ένα γράμμα και με παρακάλεσε να το δώσω στο παιδί της μετά τον θάνατό της. Τώρα, λοιπόν σου ανήκει και μπορείς να το πάρεις.

Εκείνος το πήρε με τρεμάμενα χέρια, το άνοιξε κι’ άρχισε να το διαβάζει:

 

«Πολυαγαπημένο και μονάκριβο παιδί μου,

– Σε σκέφτομαι συνέχεια. Λυπάμαι που ήρθα σπίτι σου και φόβισα τα παιδιά σου…
– Έμαθα ότι θα έρθεις για τη σχολική συγκέντρωση κι ένιωσα πολύ χαρούμενη. Αλλά φοβάμαι ότι μπορεί να μην είμαι σε θέση να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι για να έρθω να σε δω, έστω κι από μακριά, απ’ τη πόρτα ή κι από λίγο πιο μακριά.
– Έγραψα αυτό το γράμμα να στο δώσουν, αν δεν με προφτάσεις.
– Στεναχωριόμουν που σε έφερνα σε δύσκολη θέση και ντρεπόσουν για μένα τη μονόφθαλμη.
– Τώρα, που δεν θα είμαι πια στη ζωή, ώστε να με βλέπεις και να ντρέπεσαι, ήλθε η ώρα να μάθεις την μεγάλη αλήθεια.
– Όταν ήσουν 6 μηνών, σ’ ένα δυστύχημα με τον πατέρα σου, ο οποίος χάθηκε από τότε, έχασες το ένα σου μάτι. Δεν μπορούσα να σκεφθώ ότι θα μεγαλώσεις και θα ζήσεις μ’ ένα μάτι. Έτσι λοιπόν παιδί μου έβγαλα το δικό μου και στο δώρισα για να έχεις μια καλύτερη ζωή.
– Ήμουν τόσο περήφανη, που ο γιος μου θα έβλεπε τον κόσμο με τη δική μου βοήθεια, με το δικό μου μάτι, αψεγάδιαστος…
– Δεν πειράζει παιδί μου που μ’ απαρνήθηκες κι’ ας μου στέρησες την χαρά της μάνας. Το να σε βλέπω όμως να μεγαλώνεις, να σπουδάζεις, να κάνεις την δική σου οικογένεια, σαν μάνα, καμάρωνα κρυφά για το παιδί μου…
– Όμως να ξέρεις για όλα αυτά, δεν σου κρατώ κακία, σ’ αγαπώ τόσο μα τόσο πολύ, όσο δεν μπορείς να φαντασθείς…
– Αν χρειαζόταν, θα σου ‘δινα και το άλλο μου το μάτι, για να είναι το παιδί μου πάντα καλά ….
– Πάντα θα έχεις όλη την αγάπη μου!

Η μητέρα σου»

 

 

Advertisements